ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ

 

16.1. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Η Επιστημονική Επιτροπή (ΕπΕ) διαθέτει τόσα μέλη όσοι και οι λειτουργούντες Τομείς Ειδίκευσης. Το κάθε μέλος της επιστημονικής επιτροπής διαθέτει οπωσδήποτε πτυχίο ανώτατης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, της ημεδαπής ή αλλοδαπής και κατά προτίμηση μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών.

Όλα τα μέλη της ΕπΕ είναι ισότιμα μεταξύ τους ενώ δεν μπορούν να είναι μέλη άλλων οργάνων της ΕΝΩΣΗΣ.

Τα μέλη της ΕπΕ εκλέγονται ανά τρία [3] έτη, το κάθε ένα από τον Τομέα του, με μυστική ψηφοφορία και απλή πλειοψηφία. Εκλόγιμα είναι τα ταμειακώς τακτοποιημένα τακτικά μέλη, εφόσον υποβάλλουν εγγράφως αίτηση στο Διοικητικό Συμβούλιο με την υποψηφιότητα τους τουλάχιστον πέντε [5] ημέρες προ της σύγκλησης της τακτικής Συνέλευσης.

Ο Πρόεδρος της ΕπΕ εκλέγεται, εν συνεχεία, από τα ήδη εκλεγμένα μέλη της, με μυστική ψηφοφορία απλής πλειοψηφίας.

Η ΕπΕ είναι αρμόδια για:

  • Να αξιολογεί τις αιτήσεις των νέων μελών και να γνωμοδοτεί για την πληρότητα των σχετικών προϋποθέσεων, συντάσσοντας εμπεριστατωμένη έκθεση-εισήγηση.
  • Να διοργανώνει τις ειδικές εξετάσεις ανά ειδικότητα, στο πλαίσιο του #άρθρου 10 του παρόντος, και μεριμνά για τη συνεργασία, για τον ίδιο σκοπό, με ανάλογες ενώσεις ή σωματεία της αλλοδαπής. Τα θέματα των εξετάσεων και τα επιμέρους κριτήρια βαθμολογίας, που θα ισχύουν κατά περίπτωση ανάλογα με τον τομέα ειδίκευσης, θα εγκρίνονται οπωσδήποτε από το ΔΣ.
  • Να εξετάζει και αξιολογεί άρθρα, συγγράμματα, διατριβές, δημοσιεύσεις κλπ., για την επιστημονική τους επάρκεια, στο πλαίσιο των σκοπών της ΕΝΩΣΗΣ.
  • Να εισηγείται και να διοργανώνει επιστημονικά συνέδρια, ομιλίες, ημερίδες και λοιπές σχετικές επιστημονικές δραστηριότητες στο πλαίσιο των σκοπών της ΕΝΩΣΗΣ.
  • Να εισηγείται την εφαρμογή αναγνωρισμένων επιστημονικών πρωτοκόλλων & διαδικασιών, στην περίπτωση που τέτοια εφαρμόζονται σε αναγνωρισμένα εργαστήρια για συγκεκριμένες εργαστηριακές εξετάσεις, όταν τέτοια πρωτόκολλα έχουν καθιερωθεί από αναγνωρισμένους διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς, όπως το ASTM (American Society for Testing and Materials), το ENFSI (European Network of Forensic Science Institutes) κ.α.
  • Να επιμελείται των εκδόσεων της ΕΝΩΣΗΣ καθώς και της ιστοσελίδας της στο διαδίκτυο.
  • Να καθορίζει τη συνάφεια πτυχίων ΑΕΙ-ΤΕΙ με τις αντίστοιχες ειδικότητες της ΕΝΩΣΗΣ.
  • Να εισηγείται το σχέδιο του Εσωτερικού Κανονισμού της ΕΝΩΣΗΣ και τροποποιήσεων αυτού, που τυχόν κριθούν αναγκαίες.
  • Να εισηγείται την αναδιοργάνωση των Τομέων Ειδίκευσης ή τη συγχώνευσή τους, στην περίπτωση που αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς της ΕΝΩΣΗΣ.
  • Να επιλαμβάνεται επί κάθε άλλου θέματος που της έχει ανατεθεί, είτε από τη Συνέλευση ή από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Η ΕπΕ δύναται να ζητά -μετά την έγκριση του Προέδρου & του Γενικού Γραμματέα- τη βοήθεια μελών της ΕΝΩΣΗΣ από ομάδες εργασίας (WG), όταν καλείται να 'διαχειριστεί' ειδικά θέματα, στα οποία τα μέλη της ΕπΕ ενδεχομένως δεν διαθέτουν την απαιτούμενη γνώση ή εμπειρία.  

Η ΕπΕ για την εκπλήρωση της αποστολής της δύναται -μετά την έγκριση του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα- να ζητήσει τη βοήθεια ειδικών, εκτός των μελών της ΕΝΩΣΗΣ, το κόστος εργασίας των οποίων καλύπτεται από την ΕΝΩΣΗ.

 

16.2. ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Αποτελείται από τρία [3] μέλη, προερχόμενα οπωσδήποτε από διαφορετικούς Τομείς Ειδίκευσης, που εκλέγονται ανά τρία [3] έτη από τη Γενική Συνέλευση με μυστική ψηφοφορία και σχετική πλειοψηφία. Εκλόγιμα είναι τα ταμειακώς τακτοποιημένα τακτικά μέλη, εφόσον υποβάλλουν εγγράφως αίτηση στο Διοικητικό Συμβούλιο με την υποψηφιότητα τους τουλάχιστον 5 ημέρες προ της σύγκλησης της τακτικής Συνέλευσης.

Πρόεδρος της Ελεγκτικής Επιτροπής [Ε.Ε] είναι εκείνο από τα μέλη της που έλαβε τις περισσότερους ψήφους. Όλα τα μέλη της ΕΕ είναι ισότιμα μεταξύ τους.

Έργο της Ελεγκτικής Επιτροπής είναι η διενέργεια ελέγχου των βιβλίων και διαχείρισης του Ταμείου, υποβάλλοντας λεπτομερή έκθεση στο Διοικητικό Συμβούλιο ή τη Συνέλευση της ΕΝΩΣΗΣ.

Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέσει στην Ελεγκτική Επιτροπή και έκτακτο οικονομικό-διαχειριστικό έλεγχο.

Τα μέλη της Ελεγκτικής Επιτροπής δεν μπορούν να είναι μέλη άλλων οργάνων της ΕΝΩΣΗΣ.

Για τον αρτιότερο έλεγχο, η Ελεγκτική Επιτροπή δύναται -μετά την έγκριση του Προέδρου & του Γενικού Γραμματέα- να ζητήσει τη βοήθεια ειδικών, το κόστος εργασίας των οποίων καλύπτεται από την ΕΝΩΣΗ.

 

16.3. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

Η Επιτροπή Δεοντολογίας αποτελείται από τρία [3] μέλη, προερχόμενα οπωσδήποτε από διαφορετικούς Τομείς Ειδίκευσης, που εκλέγονται ανά τρία [3] έτη από τη Συνέλευση με μυστική ψηφοφορία και απλή πλειοψηφία. Εκλόγιμα είναι τα ταμειακώς τακτοποιημένα τακτικά μέλη, εφόσον υποβάλλουν εγγράφως αίτηση στο Διοικητικό Συμβούλιο με την υποψηφιότητα τους τουλάχιστον 5 ημέρες προ της σύγκλησης της τακτικής Συνέλευσης.

Πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας είναι εκείνο από τα μέλη της που έλαβε τις περισσότερους ψήφους.

Έργο της Επιτροπής Δεοντολογίας είναι η διενέργεια ελέγχου και αξιολόγησης των εγγράφως καταγγελλομένων σε βάρος μελών της ΕΝΩΣΗΣ, ύστερα από εντολή του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα. Σε κάθε περίπτωση η Επιτροπής Δεοντολογίας υποχρεούται να δεχθεί προς ακρόαση τα εμπλεκόμενα μέλη.

Σε περίπτωση μη συμφωνίας του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα για την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας αποφασίζει πλέον το Διοικητικό Συμβούλιο πλειοψηφικά.

Ο πειθαρχικός έλεγχος διενεργείται άμεσα και ολοκληρώνεται απαραίτητα εντός ενός [1] μηνός ή παρατείνεται αιτιολογημένα όχι όμως για περισσότερο από τρεις [3] μήνες, από τη γνωστοποίηση στην ΕΝΩΣΗ των κατά περίπτωση εγγράφως καταγγελλομένων.

Η Επιτροπή Δεοντολογίας εξετάζει αυτοδικαίως, ύστερα από σχετική έγκριση του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα της ΕΝΩΣΗΣ, περιπτώσεις όπου καταφανώς παραβιάζεται ο Κώδικας Δεοντολογίας του #άρθρου 13 του παρόντος καταστατικού.

Τα μέλη της Επιτροπής Δεοντολογίας δεν μπορεί να είναι μέλη άλλων οργάνων της ΕΝΩΣΗΣ.

Για τον αρτιότερο πειθαρχικό έλεγχο η Επιτροπή Δεοντολογίας δύναται -μετά την έγκριση του Προέδρου & του Γενικού Γραμματέα- να ζητήσει τη βοήθεια ειδικών, το κόστος εργασίας των οποίων καλύπτεται από την ΕΝΩΣΗ.

Η Επιτροπή Δεοντολογίας υποβάλλει λεπτομερή έκθεση πορίσματος και προτείνει πειθαρχικές ποινές, για την οριστική επιβολή των οποίων αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο.

Οι πειθαρχικές ποινές, που μπορεί να επιβληθούν σε μέλη της ΕΝΩΣΗΣ, είναι:

  • Έγγραφη επίπληξη.
  • Προσωρινή διαγραφή, διάρκειας μέχρι 12 μηνών ανάλογα με τη βαρύτητα του πειθαρχικού αδικήματος, με ισόχρονη αναστολή της ιδιότητας του μέλους.
  • Μόνιμη διαγραφή/αποβολή μέλους.

Στις περιπτώσεις υπότροπων μελών το ΔΣ υποχρεούται να επιβάλλει σαφώς ανώτερη πειθαρχική ποινή από εκείνη που επεβλήθη στη περίπτωση διάπραξης του παραπτώματος για πρώτη φορά.

Για τη μόνιμη διαγραφή και απώλεια της ιδιότητας του μέλους απαιτείται ομοφωνία του ΔΣ.

Οι παραπάνω ποινές προτείνονται και επιβάλλονται, αφού δοθεί η δυνατότητα στο εγκαλούμενο μέλος ναι υποβάλλει εγγράφως, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, τις απόψεις του στην Επιτροπή Δεοντολογίας για τις σε βάρος του κατηγορίες. Η μη υποβολή εγγράφων απόψεων δεν αποτελεί κώλυμα για την ολοκλήρωση του πειθαρχικού ελέγχου από την Επιτροπή Δεοντολογίας.

Το μέλος δικαιούται να προσφύγει εγγράφως κατά της επιβαλλόμενης ποινής του Διοικητικού Συμβουλίου, ενώπιον της επόμενης Συνέλευσης. Αν αυτή η δυνατότητα δεν ασκηθεί το μέλος δεν δικαιούται πλέον να προσφύγει κατά της πειθαρχικής απόφασης. Την έγγραφη προσφυγή αναλαμβάνει να παρουσιάσει στη επόμενη Συνέλευση ο Πρόεδρος του ΔΣ. Το ελεγχόμενο μέλος έχει δικαίωμα να προβάλλει και προφορικά τις όποιες ενστάσεις του ενώπιον της Συνέλευσης, σε χρόνο που θα του διατεθεί από τον Πρόεδρο, προ βεβαίως της τελικής αποφάσεως της Συνέλευσης.

Η Συνέλευση αποφασίζει τελικώς -με μυστική ψηφοφορία- στη 1η σύνοδό της (τακτική ή έκτακτη) μετά τη κατάθεση της προσφυγής του, επικυρώνοντας ή ακυρώνοντας την αρχική πειθαρχική ποινή ή μετατρέποντάς την σ΄ άλλη, με πλειοψηφία των 2/3 των ταμειακώς τακτοποιημένων τακτικών μελών.

Η μη εμφάνιση του εγκαλούμενου μέλους ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Συνέλευσης δεν αποτελεί κώλυμα για τη λήψη απόφασης από τα όργανα αυτά.

Κατά τη διαδικασία της προσφυγής και μέχρι την έκδοση της σχετικής τελικής απόφασης της Συνέλευσης αναστέλλεται -στον εγκαλούμενο- η ιδιότητα του μέλους.

Το μέλος που διαγράφηκε μόνιμα από την ΕΝΩΣΗ, λόγω πειθαρχικού παραπτώματος, δεν έχει δικαίωμα υποβολής νέας αίτησης εγγραφής του στην ΕΝΩΣΗ πριν από την παρέλευση 10ετίας.